ἐφημοσύνη

ἐφημοσύνη, , ([etym.] ἐφίημι)
A command, behest,

οὐδ' ὧς Μενελάου ἐφημοσύνης ἀμέλησε Il.17.697

, cf. Od.12.226, Pi.P.6.20, S.Ph.1144 (lyr.): pl., A.R.1.33. [full] ἔφησθα, = ἔφης, v. φημί.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφημοσύνη — ἐφημοσύνη, ἡ (Α) [εφίημι] εντολή, διαταγή, παραίνεση …   Dictionary of Greek

  • ἐφημοσύνη — command fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνῃ — ἐφημοσύνη command fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύναις — ἐφημοσύνη command fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύναισι — ἐφημοσύνη command fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνην — ἐφημοσύνη command fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνης — ἐφημοσύνη command fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνῃς — ἐφημοσύνη command fem dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνῃσι — ἐφημοσύνη command fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνῃσιν — ἐφημοσύνη command fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνᾳ — ἐφημοσύναι , ἐφημοσύνη command fem nom/voc pl ἐφημοσύνᾱͅ , ἐφημοσύνη command fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.